Definify.com

Definition 2024


ακορντεονίστρια

ακορντεονίστρια

Greek

Noun

ακορντεονίστρια (akornteonístria) f (plural ακορντεονίστριες, masculine ακορντεονίστας)

  1. Alternative form of ακορντεονίστα (akornteonísta)

Declension