Definify.com

Definition 2024


λοιμοκαθαρτήρια

λοιμοκαθαρτήρια

Greek

Noun

λοιμοκαθαρτήρια (loimokathartíria) n

  1. nominative plural of λοιμοκαθαρτήριο (loimokathartírio)
  2. accusative plural of λοιμοκαθαρτήριο (loimokathartírio)
  3. vocative plural of λοιμοκαθαρτήριο (loimokathartírio)