Definify.com

Definition 2025


γαλακτοκομικό

γαλακτοκομικό

Greek

Adjective

γαλακτοκομικό (galaktokomikó)

  1. Accusative masculine singular form of γαλακτοκομικός (galaktokomikós).
  2. Nominative neuter singular form of γαλακτοκομικός (galaktokomikós).
  3. Accusative neuter singular form of γαλακτοκομικός (galaktokomikós).
  4. Vocative neuter singular form of γαλακτοκομικός (galaktokomikós).